Οθόνες Υπολογιστών

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Τεχνολογίες Οθόνης: Όσα Πρέπει Να Γνωρίζουμε

Καθημερινά βλέπουμε διαφημίσεις κατασκευαστών που υπόσχονται ότι οι οθόνες στις τηλεοράσεις, στα monitor, ή στα smartphone τους, είναι οι καλύτερες της αγοράς. Όμως τι πραγματικά σημαίνουν οι τεχνολογίες που μας παρουσιάζουν;

Η σημασία της οθόνης

Η οθόνη είναι το σημαντικότερο υποσύστημα στις περισσότερες συσκευές. Μια ανεπαρκής οθόνη, εκτός από δυσκολία στη χρήση, μπορεί να προκαλέσει από απλή κόπωση μέχρι πονοκεφάλους, πόνο στα μάτια, και άλλα φυσικά συμπτώματα. Γνωρίζοντας λοιπόν για τις διαθέσιμες τεχνολογίες οθόνης, είμαστε σε θέση να κάνουμε την καλύτερη επιλογή, είτε αναφερόμαστε στην οθόνη υπολογιστή, είτε στην επιλογή κινητού με μια καλής ποιότητας οθόνη.

Τεχνολογίες οθόνης

Πολλές φορές ακούμε τις φράσεις CRT, LCD, PLASMA κτλ, χωρίς να έχουμε πραγματική γνώση για τις τεχνολογίες οθόνης και τις διαφορές τους. Σε αυτήν την ενότητα, θα δούμε τις πέντε γενιές οθονών που υπήρξαν μέχρι σήμερα και τις διαφορές τους στον τρόπο λειτουργίας.

CRT

Η πρώτη οθόνη CRT (Cathode Ray Tube) ή οθόνη καθοδικού σωλήνα δημιουργήθηκε από τον Karl Ferdinand Braun στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Μάλιστα, ο τρόπος λειτουργίας των οθονών αυτών παρέμεινε σχεδόν ίδιος ,από τη δημιουργία τους, μέχρι την παρακμή τους 80+ χρόνια αργότερα. Όσον αφορά τη λειτουργία τους, οι CRT παρήγαγαν μια δέσμη ηλεκτρονίων (ακτίνα καθόδου), η οποία κατευθυνόταν με ταχύτητα σε μια γυάλινη επιφάνεια (οθόνη) επιστρωμένη με φώσφορο, με τη βοήθεια ηλεκτρομαγνητών, σε συνθήκες κενού. Κατά τη σύγκρουση με τα άτομα του φωσφόρου, παραγόταν φως λόγω της μεγάλης ταχύτητας των ηλεκτρονίων.

Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν πολλές φορές το δευτερόλεπτο, με την ακτίνα να σαρώνει όλη την επιφάνεια της οθόνης, από δεξιά προς τα αριστερά και από πάνω προς τα κάτω. Η συχνότητα σάρωσης ολόκληρης της οθόνης μετριέται σε Hz. Οι οικονομικές οθόνες λειτουργούσαν με ρυθμό ανανέωσης 50Hz, που σήμαινε πως η οθόνη ανανεωνόταν 50 φορές το δευτερόλεπτο. Ακριβότερα μοντέλα υποστήριζαν σάρωση 100Hz, που έδινε πιο σταθερή εικόνα με λιγότερο τρεμόπαιγμα.

Καθώς η δέσμη ηλεκτρονίων σάρωνε την επιφάνεια της οθόνης, άλλαζε η ένταση, με αποτέλεσμα κάπου να εκλύεται λιγότερο και κάπου αλλού περισσότερο φως. Αυτό δημιουργούσε την εικόνα επί της οθόνης. Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των CRT σε σχέση με τις σημερινές τεχνολογίες οθόνης, είναι η δυνατότητα λειτουργίας σε μια τεράστια γκάμα αναλύσεων, χωρίς να υπάρχει πρακτικά κάποια περιοριστική native ανάλυση.

Ένας περιορισμός της τεχνολογίας, εκτός από τον αυξημένο όγκο και βάρος, ήταν πως δεν μπορούσαν να παραχθούν τηλεοράσεις μεγαλύτερες των 40 ιντσών. Σε μεγαλύτερα μεγέθη, ο καθοδικός σωλήνας κατέρρεε λόγω της ατμοσφαιρικής πίεσης.

PLASMA

Η τεχνολογία PLASMA χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το πανεπιστήμιο του Ιλινόις των ΗΠΑ το 1964. Συγκεκριμένα, κατασκευάστηκε μια οθόνη PLASMA ανάλυσης 16x16, στην οποία κάθε pixel αποτελούνται από τρεις λαμπτήρες νέον, έναν για κάθε χρώμα του RGB.

Τα επόμενα χρόνια, οι οθόνες PLASMA έγιναν εμπορικές και απέκτησαν όλο και περισσότερους λαμπτήρες, άρα και περισσότερα pixel. Ταυτόχρονα μίκρυναν και σε μέγεθος. Μέτα την έλευση των LCD-TFT, η τεχνολογία PLASMA χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε μεγάλες τηλεοράσεις και όχι σε μικρές οθόνες 20-30 ιντσών.

LCD-TFT

Το πρώτο πρωτότυπο οθόνης με απεικόνιση μέσω υγρών κρυστάλλων κατασκευάστηκε το 1968 από την εταιρία RCA. Η εφεύρεση αυτή βασίστηκε στην ανακάλυψη των υγρών κρυστάλλων από τον Friedrich Reinitzer το 1888. Συγκεκριμένα, η RCA εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα των υγρών κρυστάλλων να αλλάζουν την πολικότητα του φωτός που περνά από μέσα τους, ανάλογα με την τάση του ρεύματος που τους εφαρμόζεται.

Μέσω των υγρών κρυστάλλων και δύο φίλτρων οριζόντιας πόλωσης του φωτός, η διάταξη άφηνε συγκεκριμένη ποσότητα φωτός να περάσει, ανάλογα την ηλεκτρική τάση που εφαρμοζόταν στο στρώμα των υγρών κρυστάλλων. Τέλος, η τεχνολογία αυτή χρησιμοποιούσε μια λάμπα φθορισμού, καθώς χρειαζόταν μια πηγή φωτός για τη λειτουργία του συστήματος.

Παρόλο που οι οθόνες LCD-TFT έχουν πλέον αποσυρθεί από την αγορά, η βασική δομή λειτουργίας τους συνεχίζει να χρησιμοποιείται σε νεότερες τεχνολογίες οθόνης.

LED

Οι LED οθόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια παραλλαγή των οθονών LCD. Μάλιστα το πλήρες όνομα τους είναι LED-Backlit LCD. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο τύπων οθονών είναι πως οι LED χρησιμοποιούν ως πηγή φωτισμού λυχνίες (λάμπες) LED, αντί για λυχνίες φθορισμού.

Οι λάμπες LED είναι πιο φιλικές προς το περιβάλλον, παράγουν περισσότερο φως, ενώ ταυτόχρονα έχουν χαμηλότερες ενεργειακές ανάγκες.

Twisted Nematic

Το Twisted Nematic(TN) αποτελεί το πιο απλό πάνελ που μπορούμε να βρούμε σε οθόνες υγρών κρυστάλλων LCD και LED.

Χρησιμοποιείται κυρίως σε οθόνες μέτριου κόστους λόγω της σχετικά χαμηλής ποιότητας χρωμάτων και γωνιών θέασης.

Κύριο πλεονέκτημα των οθονών TN, ανεξάρτητα τις τεχνολογίες οθόνης που χρησιμοποιούν, είναι οι πολύ υψηλοί ρυθμοί ανανέωσής, που ξεπερνάνε τα 120hz.

Αν η εργασία μας απαιτεί τόσο μεγάλους ρυθμούς ανανέωσης, οι οθόνες TN είναι μονόδρομος.

 

Vertical Alignment

Το Vertical Alignment (VA) μεταφράζεται ως κατακόρυφη ευθυγράμμιση και είναι μια εξελιγμένη έκδοση των οθονών TN.

Στις οθόνες αυτού του τύπου χρησιμοποιείται ένα μη-ομογενές ηλεκτρικό πεδίο και δύο transistors ανά pixel που εμποδίζουν το φως και τη δημιουργία ανεπιθύμητων σκιών και αντιθέσεων.

Κύριο μειονέκτημα των VA θεωρείται είναι η πτώση της ποιότητα χρωμάτων κατά την αλλαγή γωνίας θέασης.

Σε γενικές γραμμές η γωνία θέασης είναι υψηλότερη από τις οθόνες ΤΑ, αλλά σαφώς κατώτερη από τις IPS.

In-Plane Switching

Σε αντίθεση με τις VA, οι οθόνες IPS -In Plane Switching- αξιοποιούν ένα ομογενές ηλεκτρικό πεδίο που προσφέρει ταχύτερη μεταφορά σημάτων.

Ως αποτέλεσμα, ο χρόνος απόκρισης είναι ταχύτερος και η ευρεία γωνία θέασης παρέχει πιο καθαρές και φωτεινές εικόνες χωρίς καμιά απολύτως αλλοίωση.

Οι IPS οθόνες είναι ιδανικές για οθόνες αφής, καθώς τα χρώματα εξακολουθούν να είναι καθαρά και ζωντανά από οποιαδήποτε γωνία θέασης.

Το μοναδικό μειονέκτημα των συγκεκριμένων πάνελ είναι οι χαμηλότεροι ρυθμοί ανανέωσης σε σχέση με τις TN, με αποτέλεσμα να υπάρχουν έντονα lag. Παρ' όλα αυτά, στις νέες οθόνες IPS το φαινόμενο αυτό τείνει να εξαλειφθεί.

Plane-to-line Shifting

Οι οθόνες Plane-to-line Shifting ή PLS είναι μια βελτιωμένη έκδοση των IPS. Κύριες διαφορές αποτελούν τα αρκετά πιο φωτεινά χρώματα και η ακόμα μεγαλύτερη γωνία θέασης.

Όπως και στις IPS, έτσι και στις PLS μπορεί να παρατηρήσουμε κάποια lag.

OLED

Η τεχνολογία OLED είναι ο νεότερος τύπος οθόνης που υπάρχει σήμερα στην αγορά, και χρησιμοποιεί τη μέθοδο της οργανικής εκπομπής φωτός.

Συγκεκριμένα, οι οθόνες OLED αποτελούνται από οργανικές, ημιαγώγιμες φωτοδιόδους, οι οποίες φωτίζονται ανάλογα με την τάση που εφαρμόζεται στα άκρα τους.

Λόγω της έλλειψης τρίτης πηγής φωτισμού, οι OLED οθόνες είναι εξαιρετικά λεπτές, αλλά ταυτόχρονα πολύ ακριβές. Την τεχνολογία OLED την συναντάμε σε ελάχιστες τηλεοράσεις αρκετών δεκάδων ιντσών.

 

Amoled-Super Amoled

Οι οθόνες AMOLED είναι ουσιαστικά η OLED έκδοση για κινητά. Όπως είπαμε και πριν, δεν διαθέτουν τρίτη πηγή φωτισμού και δίνουν τη δυνατότητα στις συσκευές να είναι εξαιρετικά λεπτές.

Ταυτόχρονα, τα αυτόφωτα pixel συνεισφέρουν στην εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς τα μαύρα pixels παραμένουν απλά σβηστά.

Τα σβηστά pixel συνεισφέρουν με τη σειρά τους στην αντίθεση της οθόνης, καθώς μπορεί να προβληθεί σαφώς βαθύτερο μαύρο απ' ότι στο LCD, που μπορεί μέχρι ένα σημείο να μπλοκάρει το φως..

Οι SUPER AMOLED οθόνες της Samsung είναι ακριβώς ίδιες με τις AMOLED, με μόνη διαφορά τη συγχώνευση του στρώματος αφής με το στρώμα της οθόνης.

 

Ανάλυση οθόνης

Αφού επιλέξουμε το κατάλληλο μέγεθος οθόνης, πρέπει να αποφασίσουμε τι ανάλυση θα έχει το monitor, η τηλεόραση, ή το κινητό μας. Η ανάλυση είναι ένα από τα πρώτα χαρακτηριστικά που πρέπει να προσέξουμε, γιατί έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα της εικόνας, αλλά και στο κόστος της συσκευής. Στις ενότητες που ακολουθούν, θα δούμε τι είναι ανάλυση, ποιες είναι οι δημοφιλέστερες αναλύσεις και ποια η σχέση της με το μέγεθος της οθόνης.

Τι είναι pixel;

Πριν δούμε τον ορισμό της ανάλυσης, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τι είναι το pixel. Η έννοια του pixel ή εικονοστοιχείου είναι πολύ βασική, τόσο στις τεχνολογίες οθόνης, όσο και στην επεξεργασία εικόνας.

Η ονομασία pixel προέρχεται από τη φράση picture element, η οποία μεταφράζεται ως στοιχείο εικόνας.

Ουσιαστικά, το pixel είναι το μικρότερο μέγεθος πληροφορίας που μπορεί να αναπαράγει μια οθόνη.

Όσα περισσότερα pixel διαθέτει, τόσα περισσότερα δείγματα χρώματος μπορεί να προβάλει, και τόσο μεγαλώνει η πιστότητα και η λεπτομέρεια της εικόνας.

Με εξαίρεση τις οθόνες CRT, όλες οι τεχνολογίες οθόνης βασίζονται στα pixel για να αναπαράγουν εικόνα.

Τι είναι ανάλυση;

Η ανάλυση δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από τον αριθμό των εικονοστοιχείων που αποτελούν την οθόνη, οριζοντίως και καθέτως.

Για παράδειγμα αν μια οθόνη διαθέτει 1024 κάθετες στήλες και 768 οριζόντιες γραμμές από pixel, λέμε ότι έχει ανάλυση 1024x768.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η ανάλυση 1024x768 ονομάζεται native και αποτελεί την πιο ποιοτική ανάλυση στην οποία μπορεί να λειτουργήσει η συγκεκριμένη οθόνη.

Σε περίπτωση που επιλέξουμε κάποια χαμηλότερη ή υψηλότερη ανάλυση από την native, η οθόνη πραγματοποιεί μια εργασία που ονομάζεται interpolation.

Το interpolation ουσιαστικά αναγκάζει ένα ή περισσότερα pixel να διαχειριστούν πληροφορία που προοριζόταν για μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό pixel.

Η συγκεκριμένη διαδικασία, μειώνει την απόδοση της οθόνης και ρίχνει δραματικά την ποιότητα εικόνας. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε χωρίς σοβαρή αιτία, όπως προβλήματα όρασης.

Ποια η σχέση του μεγέθους με την ανάλυση;

Μπορεί οι υψηλές αναλύσεις να ακούγονται εντυπωσιακές, αλλά δεν αποτελούν από μόνες τους σημείο σύγκρισης.

Για να συγκρίνουμε την ποιότητα εικόνας μεταξύ οθονών διαφορετικών μεγεθών, πρέπει να ελέγξουμε το ppi.

Το ppi ή pixel per inch, είναι μία μονάδα που δείχνει τη σχέση μεταξύ μεγέθους οθόνης και αριθμό pixel. Με πιο απλά λόγια, μας δείχνει πόσα pixel υπάρχουν σε μια ίντσα της οθόνης.

Όσο υψηλότερο είναι το ppi, τόσο καλύτερη είναι η ποιότητα και η λεπτομέρεια της εικόνας.

Για να το βρούμε, αρκεί να ρίξουμε μία ματιά στα χαρακτηριστικά της συσκευής ή να κάνουμε έναν απλό υπολογισμό.

Οι πιο διαδεδομένες αναλύσεις

Στην ενότητα αυτή, θα δούμε τις 4 πιο γνωστές αναλύσεις των σημερινών οθονών. Βέβαια υπάρχουν δεκάδες ακόμα που χρησιμοποιούνται σε μικρότερο αριθμό συσκευών, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς.

HD Ready: Το HD Ready (High Definition Ready) είναι η επίσημη ονομασία της ανάλυσης 1280x720, γνωστή και ως 720p. Πριν μερικά χρόνια χρησιμοποιούνταν ευρέως σε τηλεοράσεις, ενώ σήμερα την βρίσκουμε κυρίως σε κινητά μέσης και χαμηλής κατηγορίας. Ειδικά όσον αφορά τις τηλεοράσεις, οι περισσότερες οθόνες με την ένδειξη HD Ready έχουν ελαφρώς υψηλότερη ανάλυση 1366x768.

Full HD: Το Full HD είναι η επόμενη έκδοση High Defenition μετά το HD Ready, και αναφέρεται στην ανάλυση 1920x1280, που την ξέρουμε όλοι ως 1080p. Η ανάλυση αυτή χρησιμοποιείται στις περισσότερες τηλεοράσεις και monitor, ενώ τη βρίσκουμε και στα περισσότερα κινητά υψηλής κατηγορίας.

2K ή QHD: Το QHD ή Quad HD χρησιμοποιείται ως επίσημη ονομασία της ανάλυσης 2560x1440. Πολλές φορές μπορεί να αναφέρεται και ως WQHD (Wide Quad HD). Αυτήν την ανάλυση τη συναντάμε στις ίδιες συσκευές με την Full HD, αλλά σε μοντέλα υψηλότερου κόστους. Η ονομασία της προέρχεται από το γεγονός πως έχει τετραπλάσια pixel από το HD.

4K και Ultra HD: Πολύ συχνά οι εταιρίες για διαφημιστικούς λόγους ταυτίζουν το Ultra HD με το το 4K. Στην πραγματικότητα, είναι δύο διαφορετικές αναλύσεις, που απλώς μοιράζονται την ονομασία 2160p. Το 4k αντιπροσωπεύει την ανάλυση 4096x2160, ενώ το Ultra HD την 3840x2160. Σπάνια θα βρούμε αληθινή 4K οθόνη χωρίς διαφημιστικές ανακρίβειες.

8K ή 8K UHD: Το 8K αποτελεί την υψηλότερη ανάλυσή που έχει υπάρξει μέχρι σήμερα σε τηλεοράσεις, με 7680 οριζόντια και 4320 κάθετα pixel. Παρά τα εντυπωσιακά χρώματα που προσφέρει, έχει εφαρμοστεί σε ελάχιστες συσκευές λόγω κόστους.

 

Λόγος αντίθεσης

Ο λόγος αντίθεσης είναι το μέγεθος που αναλαμβάνει να παρουσιάσει πόσες φορές φωτεινότερο είναι το πιο έντονο λευκό, από το πιο σκούρο μαύρο της οθόνης. Για παράδειγμα, σε μια οθόνη με λόγο αντίθεσης 1000:1, το λευκό είναι χίλιες φορές πιο φωτεινό από το μαύρο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο λόγος αντίθεσης, τόσο πιο ζωντανά είναι και τα χρώματα της οθόνης. Η μέση τιμή του λόγου αντίθεσης κυμαίνεται περίπου στο 1000:1.

Πρέπει να τονίσουμε ότι μερικές εξωπραγματικές τιμές που μπορεί να δούμε σε περιγραφές οθονών, όπως 5.000.000:1, δημιουργήθηκαν με τεχνητά τεστ (Dynamic Contrast Ratio, Advance Contrast Ratio) και δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε τεχνολογία οθόνης στην αγορά που να παράγει σε κανονική χρήση τέτοιο λόγο αντίθεσης.

Γωνία Θέασης

Η γωνία θέασης μας υποδεικνύει ποια είναι η μέγιστη γωνία από την οποία μπορούμε να παρακολουθήσουμε την οθόνη χωρίς αλλοιώσεις. Η τιμής της συνήθως βρίσκεται στις 140 μοίρες.

Η γωνία θέασης παίζει σημαντικό ρόλο σε τηλεοράσεις σαλονιών, καθώς είναι οι μόνες οθόνες που πιθανόν να παρακολουθήσουμε υπό γωνία.

Στον υπολογιστή ή στην τηλεόραση του δωματίου μας συνήθως κοιτάμε απευθείας την οθόνη, και η γωνία θέασης πρακτικά δεν έχει καμία σημασία.

Χρόνος απόκρισης

Ο χρόνος απόκρισης εκφράζει τον χρόνο που μεσολαβεί για την αλλαγή χρώματος ενός pixel. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό αφορά κυρίως Gamers, καθώς τα παιχνίδια έχουν τεράστια ανάγκη σε γρήγορη αλλαγή μεταξύ των frames (καρέ). Ο ελάχιστος ικανοποιητικός χρόνος απόκρισης είναι 5ms, αλλά σε gaming μοντέλα θα βρούμε μέχρι και 1ms. Οθόνες με υψηλό χρόνο απόκρισης, πχ 8ms ή μεγαλύτερο, είναι πιθανό να εμφανίσουν Ghosting.

Ουσιαστικά, επειδή τα Pixel δεν προλαβαίνουν να αλλάξουν αρκετά γρήγορα για να ανταποκριθούν στη δράση, εμφανίζονται αντιαισθητικές σκιές επί της οθόνης. Έναν χρήστη που δεν ασχολείται με παιχνίδια δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο χρόνος απόκρισης, καθώς όλες οι σύγχρονες οθόνες έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Τέλος, πρέπει να προσέξουμε τη διαφορά ανάμεσα στο χρόνο απόκρισης Black to White και Gray to Gray.

Στο Black to White μετριέται ο χρόνος που μεσολαβεί για την αλλαγή χρώματος ενός μαύρου pixel. Αντίθετα στον χρόνο απόκρισης Gray to Gray μας δίνεται ο χρόνος μετατροπής ενώ "χρωματισμένου" pixel σε κάποιο άλλο χρώμα. Συνήθως οι κατασκευαστές παρουσιάζουν ως χρόνο απόκρισης το Gray to Gray, με αποτέλεσμα χαμηλότερες μετρήσεις από τις αληθινές.

Υποδοχές

Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό μιας οθόνης, αποτελούν οι επιλογές σύνδεσης που προσφέρει. Το χαρακτηριστικό αυτό αφορά κυρίως monitor υπολογιστών ή τηλεοράσεις που θα χρησιμοποιηθούν ως monitor.

Στις ενότητες που ακολουθούν, θα δούμε τους τέσσερις τρόπους σύνδεσης που υπάρχουν.

VGA

Η σύνδεση VGA (Video Graphics Array) δημιουργήθηκε το 1987, και μέχρι και το 1999 ήταν ο κατ' εξοχήν τρόπος σύνδεσης υπολογιστή και οθόνης. Παρά την ηλικία της χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Η σύνδεση VGA είναι αναλογικού τύπου και γίνεται μέσω 15 ακροδεκτών και αντίστοιχων καλωδίων.

Τα πρώτα 3 ζεύγη χρησιμοποιούνται για κάθε ένα από τα χρώματα του RGB, ενώ οι υπόλοιποι ακροδέκτες χρησιμοποιούνται για την μεταφορά σημάτων κατακόρυφου και οριζόντιου συγχρονισμού. Σε κάθε ένα από τα ζευγάρια αγωγών που μεταφέρουν αυτά τα σήματα, υπάρχει ηλεκτρικό σήμα με τάση που αυξομειώνεται ανάλογα με την ένταση του αντίστοιχου χρώματος.

Το γεγονός πως η σύνδεση είναι αναλογική σημαίνει πως το ψηφιακό σήμα πρέπει να μετατραπεί σε αναλογικό στον υπολογιστή και να ξαναμετατραπεί σε ψηφιακό στην οθόνη. Αυτό οπωσδήποτε μειώνει την ποιότητα της εικόνας. Σε υψηλής ποιότητας οθόνες και κάρτες γραφικών, το VGA υλοποιείτο με πέντε ομοαξονικά (coaxial) καλώδια με βύσματα BNC.

Αυτό αύξανε την ποιότητα, καθώς θωρακιζόταν το σήμα ανάμεσα στα χρώματα Red, Green, Blue, και εξαλείφονταν οι παρεμβολές.

DVI

Το DVI (Digital Video Interface) εμφανίστηκε το 1999. Αποτελεί ένα σχετικά παραμελημένο τρόπο σύνδεσης, και χρησιμοποιείται για σύνδεση συσκευών απεικόνισης υψηλής ανάλυσης. Η βασική διαφορά σε σχέση με την υποδοχή VGA είναι η πλήρως ψηφιακή μεταφορά του σήματος, η οποία υλοποιείται μέσω 19 ή περισσότερων ακροδεκτών, ανάλογα με την έκδοση του DVI.

Σε κάθε ένα από τα τρία ζεύγη αγωγών χρώματος αντιστοιχεί ένα ζεύγος αγωγών με σήμα χρονισμού (clock).

Το πλεονέκτημά της DVI είναι ότι δεν υπάρχουν απώλειες ποιότητας σε μετατροπές από αναλογικό σε ψηφιακό σήμα και αντίστροφα, καθώς όλη η μεταφορά της πληροφορίας γίνεται ψηφιακά.

HDMI

Το HDMI (High Definition Multimedia Interface) δημιουργήθηκε τρία χρόνια μετά το DVI, στα τέλη του 2002. Υποστηρίζει ψηφιακή σειριακή σύνδεση συσκευών πολυμέσων υψηλής ευκρίνειας.

Διαθέτει 19 ακροδέκτες και εκτός από μετάδοση οπτικών δεδομένων, έχει την δυνατότητα μεταφοράς ήχου. Το καλώδιο τύπου HDMI μπορεί να φθάσει τα 25 μέτρα, σε αντίθεση με το καλώδιο του DVI το οποίο δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 5 μέτρα.

Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι το HDMI είναι επέκταση του DVI με το οποίο και είναι συμβατό, και η εναλλαγή από το ένα στο άλλο γίνεται με έναν τεχνικά πολύ απλό αντάπτορα.

DisplayPort

Το DisplayPort αποτελεί το νεότερο είδος σύνδεσης οθονών και μπορεί να θεωρηθεί ως μια βελτιωμένη έκδοση του HDMI.

Το μόνο σημαντικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης σύνδεσης είναι η υποστήριξη ρυθμού ανανέωσης ως 60hz σε τηλεοράσεις 4K. Στις ίδιες οθόνες το HDMI μπορεί να επιτύχει ανανέωση ως 30hz.

Συντονισμός κάρτας γραφικών με την οθόνη

Ακόμα και αν αγοράσουμε μία οθόνη με τέλεια τεχνικά χαρακτηριστικά και με τις νεότερες τεχνολογίες οθόνης, είναι αμφίβολο αν θα έχουμε την αναμενόμενη εμπειρία στο gaming και σε εργασίες με υψηλές απαιτήσεις γραφικών.

Εξαιτίας του διαφορετικού ρυθμού ανανέωσης μεταξύ της κάρτας γραφικών και της οθόνης είναι πιθανόν να εμφανιστούν κομμένα frames και κολλήματα στην οθόνη.

Για να αποφύγουμε τέτοια φαινόμενα, πρέπει να συντονίσουμε την κάρτα γραφικών με την οθόνη μας.

TOP